τσι κατσερέπες του βορρά, την πάχνη του χειμώνα,
π' αγρίμι δε βοσκολογά, πουλί δε φτερακίζει,
μηδέ σκλαβέρι ακούγεται τον τόπο να μερώνει!
Μη με θωρείς οντέ φυσά και δέρνει με χαλάζι,
μήδε οντέ στράφτει και βροντά και ρίχνει ανεμοβρόχι
κι α θες να πάρεις τσι πλαγιές, ψηλά να ξεκορφίσεις,
μην ανεβείς κακοκαιριά, μην έρθεις το Φλεβάρη
που ‘ναι βαρύ συνάφουρο, λαμπάδες τα κρουστάλλια.
Μόνο να ‘ρθεις την άνοιξη, που βάνω τα καλά μου,
που βλαστοσύρνουν τα κλαδιά κι αριδαμώνει ο τόπος,
που κιτρινίζει ασπάλαθος κι αθεί το κατσοπρίνι
κι από τα ξεροχάρακα μοσκόχορτο φυτρώνει.
Ν' ακούσεις πετροκοτσυφό στα φρούδια να σφυρίζει
και την αυγή την πέρδικα να κράζει τα πουλιά τζη.
Ν' ακούσεις κυπροκούδουνα και λύρα στσι πρινιάδες,
να δεις στα πλάγια κοπελιές, στα σύργιακα ανεράϊδες
βόσκισσες λυγερόκορμες και περδικοστηθάτες
και νιούς αλαφροκόκκαλους κι ανοιχτοκουταλάτους.
Να κάτσεις στο κρυγιό νερό που δροσοκουρταλίζει,
να βρέξεις πανωκαύκαλο και αθότυρο να κόψεις,
να φας οφτό στα κάρβουνα κι αρνί ξεροψημένο
να πιείς κι αθάνατο νερό από τα κουτσουνάρια! ...
Κωστής Φραγκούλης
«Τα δίφορα», Βιβλίο πρώτο, Εκδόσεις ΑΝΤΑΙΟΣ

